Αν ο κάμπος έχει μέλλον τότε έχει και η εθνική οικονομία…
Του Γιάννη Κολλάτου
Με την ολοκλήρωση και του συλλαλητηρίου των αγροτών στην Αθήνα ο προβληματισμός για την επόμενη ημέρα και το μέλλον της υπαίθρου παραμένει .Η μείωση του κόστους παραγωγής αφενός είναι ζητούμενο παρά τις κινήσεις που έγιναν από την κυβέρνηση για μερική ικανοποίηση του συγκεκριμένου κομβικού αιτήματος. Το μείζον ωστόσο είναι η οργάνωση της παραγωγής και η αναζήτηση αγορών για τα προϊόντα που να δίνουν τιμές οι οποίες θα καθιστούν βιώσιμες τις καλλιέργειες για τους αγρότες και τις εκτροφές για τους κτηνοτρόφους.
Η Θεσσαλία έχει το μοναδικό προνόμιο να είναι αυτάρκης λόγω της ύπαρξης σημαντικών βιομηχανιών τροφίμων που μεταποιούν την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή.
Στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, το εμπορικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών είναι θετικό, δηλαδή η αξία των εξαγωγών υπερβαίνει την αξία των εισαγωγών — κάτι που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα συνολικά (όπου υπάρχει εμπορικό έλλειμμα).
Το 2024 κατέγραψε πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο περίπου +807 εκατ. €
Αυτό σημαίνει πως οι εξαγωγές υπερβαίνουν τις εισαγωγές κατά περίπου 0,8 δισ. € στην περιφέρεια μας. Την ίδια ώρα στο σύνολό της η χώρα εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα εισαγωγών- εξαγωγών ετησίως περί τα 35 δις ευρώ τα τελευταία χρόνια.
Συνολικά η Ελλάδα έκανε εξαγωγές 49.9 δις ευρώ το 2024 και εισαγωγές 84,5 δις ευρώ και η ίδια εικόνα παραμένει με τα προσωρινά στοιχεία του 2025.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το εμπορικό μας έλλειμμα επιστρέφει στα επίπεδα του 2010 όταν η χώρα χρεοκόπησε καθώς αποτελούσε περίπου το 15% του ΑΕΠ της. Φυσικά το 75% του συσσωρευμένου δημοσιονομικού μας χρέους τότε οφειλόταν σε μισθούς του δημοσίου και συντάξεις
Η Ελλάδα έχει αρνητικό ισοζύγιο με μεγάλες οικονομίες όπως Γερμανία (-5,5 δις ευρώ ετησίως), Ιταλία (-2,23 δις) Κίνα (-6,9 δις) και Τουρκία (-1,716 δις), ενώ έχει θετικό ισοζύγιο με χώρες που εξάγει περισσότερο απ’ ό,τι εισάγει όπως η Κύπρος (+3,31 δις), ΗΠΑ (+0,251 δις). Τα συνολικά ελλείμματα προκύπτουν επειδή οι εισαγωγές από μεγάλους εταίρους είναι πολύ υψηλές.
Το θετικό ισοζύγιο της Θεσσαλίας αποτελεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα ,το οποίο μια συνετή πολιτική θα έπρεπε να το αξιοποιεί προς όφελος της εθνικής μας οικονομίας και να επενδύσει για να έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη.
Οι επενδύσεις για παράδειγμα στην αντιπλημμυρική προστασία και την άρδευση της πιο εύφορης πεδιάδας της χώρας θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητα για τα κονδύλια εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων, ώστε η βιομηχανία τροφίμων να εξακολουθεί να έχει πρώτη ύλη από τις σοδειές των αγροτών και τα προϊόντα των κτηνοτρόφων. Το ίδιο και τα έργα ψηφιακής μετάβασης της γεωργίας (ευφυής γεωργία ή γεωργία ακριβείας) που συμβάλλουν καθοριστικά στη μείωση του κόστους και την αύξηση της παραγωγής. Μια σύγκριση ωστόσο των κονδυλίων των κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων με άλλες περιφέρειες όπως για παράδειγμα της Κρήτης ή της Πελοποννήσου (σε σχέση με τον πληθυσμό τους και τη συνεισφορά τους στο ΑΕΠ) καταδεικνύουν ότι ο αγροτικός τομέας της περιφέρειάς μας και η Θεσσαλία εν γένει αποτελούν το «φτωχό συγγενή» στη μοιρασιά της πίτας.
Συμπερασματικά για να έχει μέλλον η Θεσσαλία αλλά και η χώρα, απαιτεί επιτάχυνση των υπεσχημένων έργων υποδομής (αντιπλημμυρικών- αρδευτικών) και όχι μόνο των έργων αποκατάστασης από τη θεομηνία «Ντάνιελ».
Απαιτείται όμως και μια συνολική εθνική στρατηγική που να στοχεύει στη σταδιακή μείωση του εμπορικού ισοζυγίου που ετησίως υπερβαίνει τα 30 δις ευρώ ήτοι το 15% περίπου του ΑΕΠ της χώρας (όπως και το 2009-2010). Με δεδομένο ότι η χώρα δεν μπορεί να παράγει μηχανήματα, οφείλει να καλύψει τα ελλείμματα της σε εισαγωγές κόκκινου κρέατος (1,8 δις ευρώ με κύριους προμηθευτές της Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία και Πολωνία) και γαλακτοκομικών 1,47 δις ευρώ. Επίσης σημαντικές είναι οι εισαγωγές της και σε μαλακό σιτάρι (από χώρες της Μαύρης Θάλασσας), ζάχαρη (από Σερβία), φρούτα και λαχανικά (από Αίγυπτο, Πολωνία, Τουρκία) ακόμη και σε σουσάμι ή όσπρια, προϊόντα που παραδοσιακά καλλιεργούνταν στο θεσσαλικό κάμπο και είχαν εγκαταλειφτεί μερικώς ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια να επανέλθει η καλλιέργειά τους.