Ευρώπη σε αναβρασμό, Θεσσαλία σε αργή αποσύνθεση – Ποιος θα κρατήσει τους νέους στη γη τους;
Η Ευρώπη των εξεγερμένων νέων και η Θεσσαλία που στερεύει από αγρότες
Η Ευρώπη κινδυνεύει να ξυπνήσει όταν θα είναι πλέον αργά. Όταν οι νέοι της θα έχουν πάψει να πιστεύουν στις υποσχέσεις της, όταν οι δρόμοι θα γεμίζουν από οργή και οι κυβερνήσεις θα αναζητούν έκπληκτες τις αιτίες μιας έκρηξης που προετοιμαζόταν επί χρόνια. Γιατί η κοινωνική αναταραχή δεν γεννιέται ξαφνικά. Χτίζεται κάθε φορά που ένας νέος διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να πληρώσει ένα νοίκι, να βρει μια αξιοπρεπή δουλειά, να σχεδιάσει μια οικογένεια, αλλά καλείται να αποδεχθεί ως φυσιολογική την ανασφάλεια, τις θυσίες και τώρα ακόμη και τον φόβο ενός πολέμου.
Οι Βρυξέλλες μοιάζουν να έχουν εγκλωβιστεί σε έναν κόσμο αριθμών, δημοσιονομικών κανόνων και γεωπολιτικών σχεδιασμών, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι πίσω από τους δείκτες υπάρχει μια κοινωνία που ασφυκτιά. Την ώρα που η Κίνα πιέζει το ευρωπαϊκό βιομηχανικό οικοδόμημα, αμφισβητώντας την παραγωγική του ισχύ, η ίδια η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει το πολυτιμότερο κεφάλαιό της: τους νέους ανθρώπους της. Και μια ήπειρος που δεν μπορεί να προσφέρει μέλλον στη νέα γενιά της, όσα εργοστάσια, στρατηγικά σχέδια και εξοπλισμούς κι αν διαθέτει, υπονομεύει η ίδια τη δύναμή της.
Από το Παρίσι μέχρι τον θεσσαλικό κάμπο, η αγωνία αλλάζει μορφή, αλλά η ρίζα της παραμένει κοινή. Στη Γαλλία, όπως μεταφέρει Λαρισαία εκπαιδευτικός που ζει στο Παρίσι, στους φόβους των νέων για το οικονομικό τους αύριο προστίθεται και η αίσθηση ότι τους προετοιμάζουν για έναν νέο πόλεμο. Στη Θεσσαλία, αντί για μαζικές εξεγέρσεις, βλέπουμε μια άλλη, πιο σιωπηλή κρίση: χωριά να αδειάζουν, νέους να φεύγουν, γεννήσεις να μειώνονται και αγροτικές εκμεταλλεύσεις να δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν βιώσιμο εισόδημα. Η μία κοινωνία μπορεί να εκρήγνυται στους δρόμους· η άλλη αποδυναμώνεται χρόνο με τον χρόνο. Και οι δύο, όμως, προειδοποιούν ότι κάτι θεμελιώδες έχει πάψει να λειτουργεί.
Στη Θεσσαλία, μάλιστα, η κρίση έχει ονοματεπώνυμο: είναι ο αγρότης που βλέπει το κόστος παραγωγής να ανεβαίνει, το πετρέλαιο να ακριβαίνει, τα λιπάσματα να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του και τις τιμές των προϊόντων του να μην του εξασφαλίζουν πάντα την κάλυψη των εξόδων. Είναι ο βαμβακοπαραγωγός που μπορεί να έχει μια καλή σοδειά, αλλά να μην ξέρει αν θα του μείνουν χρήματα μετά την πληρωμή των εφοδίων, των εργατικών και των ενοικίων. Είναι ο σιτοπαραγωγός που βλέπει την τιμή του προϊόντος του να πιέζεται, ενώ οι λογαριασμοί του δεν μειώνονται. Είναι ο κτηνοτρόφος που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την εκμετάλλευσή του μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, υγειονομικών κινδύνων και αβεβαιότητας.
Και πίσω από τον σημερινό παραγωγό βρίσκεται ο αυριανός, που πρέπει να αποφασίσει αν θα μείνει στον τόπο του ή θα φύγει. Γιατί η γεωργία δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα που περνά από γενιά σε γενιά. Είναι μια επένδυση ζωής, η οποία απαιτεί κεφάλαιο, γη, νερό, υποδομές, τεχνογνωσία και, πάνω απ- όλα, την προσδοκία ότι ο κόπος θα ανταμειφθεί. Όταν αυτή η προσδοκία χάνεται, η διαδοχή στην αγροτική εκμετάλλευση διακόπτεται. Ο γιος και η κόρη του αγρότη δεν είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν ένα επάγγελμα που δεν εξασφαλίζει το μέλλον τους. Αντίθετα, είναι απολύτως λογικό να αναζητήσουν αλλού μια καλύτερη ζωή.
Εδώ ακριβώς αρχίζει ο φαύλος κύκλος της θεσσαλικής υπαίθρου. Ο νέος φεύγει επειδή δεν βλέπει προοπτική. Το χωριό χάνει πληθυσμό, η τοπική αγορά συρρικνώνεται, οι υπηρεσίες δυσκολεύονται να διατηρηθούν και οι ευκαιρίες απασχόλησης περιορίζονται ακόμη περισσότερο. Η αγροτική παραγωγή γερνά, οι μικρότερες εκμεταλλεύσεις δυσκολεύονται να συνεχίσουν και η συγκέντρωση της γης γίνεται πιθανότερη. Στο τέλος, η ερήμωση παρουσιάζεται σαν φυσική εξέλιξη, ενώ στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών επιλογών, αλλά και παραλείψεων.
Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι νόημα έχουν οι διακηρύξεις για την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης, όταν ο ίδιος ο παραγωγός δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να καλλιεργήσει την επόμενη χρονιά. Τι σημασία έχει να μιλάμε για στρατηγική αυτονομία, όταν βασικά εφόδια, τεχνολογίες και παραγωγικές αλυσίδες εξαρτώνται από διεθνείς ανταγωνισμούς στους οποίους ο Ευρωπαίος αγρότης έχει ελάχιστη διαπραγματευτική δύναμη; Και πώς θα διατηρηθεί ζωντανή η ύπαιθρος, όταν ο άνθρωπος που παράγει την τροφή μας αισθάνεται ότι σηκώνει δυσανάλογο βάρος, χωρίς να απολαμβάνει ανάλογη ασφάλεια;
Η πίεση από την Κίνα και ο διεθνής ανταγωνισμός δεν αφορούν μόνο τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τα μεγάλα εργοστάσια της Κεντρικής Ευρώπης. Αφορούν και το κόστος των τεχνολογιών, των μηχανημάτων, των εφοδίων και της ενέργειας που χρειάζεται η παραγωγή. Η Ευρώπη καλείται να προστατεύσει την παραγωγική της βάση, χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν προστατευτισμό που θα επιβαρύνει τελικά τους καταναλωτές. Το ζητούμενο είναι μια πολιτική που θα εξασφαλίζει πραγματικό ανταγωνισμό, δίκαιους όρους για τους παραγωγούς και πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογίες με προσιτό κόστος.
Για τη Θεσσαλία, όμως, υπάρχει και μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος: το νερό. Οι πλημμύρες των τελευταίων ετών έδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο την ευαλωτότητα του θεσσαλικού κάμπου. Η κλιματική αλλαγή φέρνει μεγαλύτερη αβεβαιότητα, ενώ η ανάγκη για ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων και ουσιαστική αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη υπόσχεση που μετατίθεται για το μέλλον. Χωρίς ασφαλείς υποδομές, χωρίς σχέδιο για την άρδευση και χωρίς προστασία του εδάφους, η αγροτική παραγωγή θα παραμένει εκτεθειμένη στις καιρικές μεταβολές και οι νέοι θα έχουν έναν ακόμη λόγο να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο.
Η αποκατάσταση των ζημιών δεν αρκεί. Η Θεσσαλία χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, με σαφές χρονοδιάγραμμα για τα έργα, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, αποτελεσματική διαχείριση των υδάτων, ενίσχυση της αγροτικής έρευνας και ουσιαστική σύνδεση του Πανεπιστημίου με την παραγωγή. Χρειάζεται πολιτική για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κίνητρα για νέους αγρότες και σταθερό πλαίσιο που δεν θα αλλάζει κάθε φορά που αλλάζουν οι προτεραιότητες της διοίκησης. Κυρίως, χρειάζεται να ξαναγίνει η αγροτική δραστηριότητα μια επιλογή με προοπτική και όχι ένα ρίσκο που αναλαμβάνει κάποιος επειδή δεν έχει άλλη λύση.
Το ίδιο ισχύει για τη δημογραφία. Δεν μπορείς να ζητάς από έναν νέο να μείνει στο χωριό του, όταν δεν έχει πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, παιδεία, υγεία, συγκοινωνία και σταθερό εισόδημα. Δεν μπορείς να μιλάς για επιστροφή στην ύπαιθρο, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται και η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Και δεν μπορείς να αναστρέψεις τη μείωση των γεννήσεων με ευχολόγια, αν οι νέοι αισθάνονται ότι η δημιουργία οικογένειας είναι μια οικονομική περιπέτεια.
Η Ευρώπη, η Ελλάδα και η Θεσσαλία αντιμετωπίζουν διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος: την αδυναμία να μετατρέψουν την οικονομική δραστηριότητα σε ασφάλεια και προοπτική για τους ανθρώπους τους. Η κοινωνική δυσαρέσκεια στη Γαλλία, ο φόβος των νέων για έναν πιθανό πόλεμο, η πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία και η αγωνία των Θεσσαλών αγροτών για το εισόδημά τους δεν είναι ταυτόσημα φαινόμενα. Συνδέονται, όμως, από ένα κοινό ερώτημα: ποιος πληρώνει το κόστος των μεγάλων αλλαγών και ποιος τελικά ωφελείται από αυτές;
Αν η απάντηση είναι ότι το κόστος το σηκώνουν σταθερά οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και οι νέοι, ενώ τα οφέλη παραμένουν άνισα κατανεμημένα, τότε η κοινωνική συνοχή θα δοκιμάζεται ολοένα περισσότερο. Και η πολιτική δεν θα μπορεί να απαντήσει με επικοινωνιακές εκστρατείες σε προβλήματα που έχουν βαθιές οικονομικές και κοινωνικές ρίζες.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες ανατροπές δεν προαναγγέλλονται πάντα με κραυγές. Μερικές φορές αρχίζουν με μια γενιά που σταματά να ελπίζει, με νέους που δεν σχεδιάζουν το αύριο, δεν κάνουν παιδιά, εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους ή βγαίνουν στους δρόμους επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν. Στη Θεσσαλία, η προειδοποίηση μπορεί να μην πάρει τη μορφή μιας θεαματικής εξέγερσης. Μπορεί να εκδηλωθεί με ένα χωριό που δεν θα έχει πια μαθητές, με έναν αγρότη που δεν θα βρει διάδοχο για το χωράφι του, με μια κτηνοτροφική μονάδα που θα κλείσει οριστικά, με έναν νέο που θα φύγει και δεν θα επιστρέψει.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα των επόμενων χρόνων. Να μη φτάσουμε στο σημείο να μετράμε τις συνέπειες μιας κρίσης που μπορούσαμε να είχαμε προλάβει. Να μη διαπιστώσουμε σε λίγα χρόνια ότι η Θεσσαλία έχασε όχι μόνο εισόδημα και παραγωγική δυναμική, αλλά και τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να την ξαναστήσουν στα πόδια της. Γιατί τότε ούτε οι επιδοτήσεις της τελευταίας στιγμής ούτε οι εξαγγελίες για την ανασυγκρότηση θα μπορέσουν να αναπληρώσουν όσα θα έχουν χαθεί.
Το πιο επικίνδυνο λάθος είναι να θεωρήσουμε ότι η σιωπή της υπαίθρου σημαίνει πως όλα βαίνουν καλώς. Ο αγρότης που δεν βγαίνει ακόμη στον δρόμο μπορεί απλώς να ετοιμάζεται να εγκαταλείψει. Ο νέος που δεν διαμαρτύρεται μπορεί να έχει ήδη αποφασίσει να φύγει. Και το χωριό που σήμερα μοιάζει ήσυχο μπορεί αύριο να μην έχει κανέναν για να κρατήσει αναμμένα τα φώτα του.
Αν η Ευρώπη δεν ακούσει εγκαίρως τη νέα γενιά και αν η Ελλάδα δεν αντιληφθεί ότι χωρίς ζωντανή ύπαιθρο δεν υπάρχει ισχυρή παραγωγική βάση, το μέλλον δεν θα χαθεί με μία μεγάλη έκρηξη, αλλά με χιλιάδες μικρές αποχωρήσεις. Μία οικογένεια που δεν θα αποκτήσει παιδιά, ένας νέος αγρότης που δεν θα αναλάβει το χωράφι, ένας κτηνοτρόφος που θα κλείσει τη μονάδα του, ένα ακόμη σπίτι που θα μείνει άδειο.
Και κάποια στιγμή θα αναρωτηθούμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Η απάντηση, όμως, θα βρίσκεται μπροστά μας, σε όλα εκείνα τα σημάδια που σήμερα επιλέγουμε να προσπερνάμε. Γιατί η Θεσσαλία δεν κινδυνεύει μόνο από τις πλημμύρες ή την κλιματική αλλαγή. Κινδυνεύει και από την αργή αποχώρηση των ανθρώπων της. Και αυτή είναι μια καταστροφή που, αν δεν την προλάβουμε, δεν θα αποκατασταθεί με έργα και κονδύλια. Θα χρειαστεί να ξαναχτίσουμε από την αρχή την εμπιστοσύνη ότι αξίζει να ζεις, να παράγεις και να μεγαλώνεις τα παιδιά σου σε αυτόν τον τόπο.
Γ.Κ.